Παρασκευή, 22 Μαρτίου 2013

Δεν μου φταίνε οι θεσμοί και τα πολιτικά συστήματα


Την αναγκαιότητα να προβλεφθεί ως Εθνική Νομοτέλεια η προσήλωση στο δόγμα μιας νέας κυρίαρχης ιδεολογίας για τη Δημοκρατική ανασύνταξη του κράτους και του πολιτικού συστήματος, παρουσίασε ο Λάμπρος Μίχος κατά τη διάρκεια της ομιλίας του στη Διημερίδα που διοργάνωσε το Ινστιτούτο Ερευνών και Πολιτικής Στρατηγικής με το Levy Economics Institute στις 8 και 9 Μαρτίου στον πολυχώρο «Αθηναϊδα».
Αναζητώντας τις αιτίες για την κρίση των θεσμών, τόνισε ότι πρέπει να αναζητηθούν στο τι κράτος έχουμε αυτή τη στιγμή και θέλοντας να αποδώσει χαρακτηριστικά το φέρσιμο του πολιτικού προσωπικού, ως δημόσιου λειτουργού, που μελετά, χωροθετεί, νομοθετεί αλλά δεν υλοποιεί, δέσμιο των ιδιοτελειών, των πελατειακών σχέσεων και των εξαρτήσεων, αναφέρθηκε σε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από μια συνομιλία του Νομπελίστα  Γιώργου Σεφέρη με τον Γιώργο Θεοτοκά το 1968 που αντικατοπτρίζει πλήρως τις παθογένειες της δημόσιας ζωής: «Δεν μου φταίνε οι θεσμοί και τα πολιτικά συστήματα, λέει ο Σεφέρης. Μου φταίει το δαιμόνιο που έχουμε, να εξευτελίζουμε τον κάθε θεσμό και το κάθε σύστημα, και να σκεπάζουμε τα καμώματά μας με ρητορείες».
Μίλησε επίσης για τον κίνδυνο που διατρέχει η ίδια η Δημοκρατία με την παραμονή και μόνο στην ανύποπτη καταγραφή του φαινομένου, καθώς, όταν γιγαντώνεται η ελλειμματική εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς, ανοίγει ο δρόμος για την επικράτηση μηχανισμών που βρίσκονται σε συνεχή διαπάλη με τους δημοκρατικούς θεσμούς και δυστυχώς η «διευρυμένη αλληλεγγύη» που πολλοί αλόγιστα παρέχουν στους οπαδούς «του φταίει το πολιτικό σύστημα» ή όλοι οι πολιτικοί φταίνε, καθιστούν εύκολη λεία τους δημοκρατικούς θεσμούς στους νονούς και τους μπράβους της πολιτικής.
Έτσι αναπόφευκτα, το δημοκρατικό σύστημα γίνεται έρμαιο ενός κλειστού κυκλώματος εξουσίας και συμφερόντων, που το απαρτίζουν πετρελαιάδες, τραπεζίτες, επιχειρηματίες, εργολάβοι, οι οποίοι με την επικουρία εκδοτών, παράγουν εξουσία και πλούτο για τον εαυτό τους.
Επίσης, τόνισε το ότι όλοι οι πολιτικοί φταίνε είναι ένα πολύ καλό κόλπο για να κρύβονται στο σχήμα του όλοι φταίνε, οι πολιτικοί που πραγματικά φταίνε.


Αναφέρθηκε ακόμη για τη μομφή που αποδίδουν όλα τα κόμματα στο νόμο περί ευθύνης υπουργών, παρότι όλα τα κόμματα τις σχετικές διατάξεις τις υπερψήφισαν και γνωρίζουν πως για την ατιμωρησία των επίορκων κυβερνητικών αξιωματούχων φταίνε τα πονηρά κοινοβουλευτικά κόλπα που μετέρχεται η εκάστοτε κυβερνητική πλειοψηφία για να προστατέψει τους εκλεκτούς της. «Ως μόνη λύση», είπε, «σε επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση, να μην αρχίζει η αποσβεστική προθεσμία για τον επίορκο υπουργό, όσο αυτός εξακολουθεί να είναι μέλος κυβερνητικής πλειοψηφίας».
Μίλησε λοιπόν για τη Δημοκρατική ανασύνταξη του κράτους και του πολιτικού συστήματος προκειμένου να φτάσει στο τι κράτος τελικά θέλουμε με αναγκαία προϋπόθεση να διακοπεί η ασυδοσία του ιδιωτικού κεφαλαίου και του κέρδους και να ασκείται κοινωνικός έλεγχος στην ανάπτυξη. Με τη θωράκιση της πολιτικής αυτονομίας, τον έλεγχο του πολιτικού χρήματος, την απόλυτη διαφάνεια, τη δημοσιότητα και τον έλεγχο, την αλλαγή του εκλογικού νόμου, που ιδίως στις μεγάλες περιφέρειες επιτρέπει τη διακίνηση του μαύρου χρήματος και την αναπαραγωγή των σχέσεων πελατειακής εξάρτησης. Με απόλυτη διαφάνεια, στα έργα και στις προμήθειες και εκκαθάριση των σχέσεων με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για την εν γένει αποκατάσταση της αξιοπιστίας της πολιτικής.
Ως θεμελιακή προτεραιότητα έθεσε την αλλαγή στη δομή και τις λειτουργίες του κεντρικού κράτους με το επιτελικό κράτος- στρατηγείο να συνιστά τη μεγάλη ανατροπή, ώστε όλες οι δημόσιες και κοινωφελείς λειτουργίες να ασκούνται από την αυτοδιοίκηση, καθώς μόνο οι ισχυρές κοινωνικές δυναμικές μπορεί να τροποποιήσουν, να μεταρρυθμίσουν και να μετεξελίξουν τους θεσμούς. Κι αυτές οι δυναμικές βρίσκουν έδαφος να αναπτυχθούν στους θεσμούς της αυτοδιοίκησης και της αποκέντρωσης, στους οποίους όμως ασκείται σήμερα ασφυκτική πίεση για να υποταχθούν αλλά και  για να λεηλατηθεί σε δεύτερο στάδιο η περιουσία τους.
Από την άλλη μεριά, το κράτος στρατηγείο, να διαχειρίζεται τις απόλυτα αναγκαίες εθνικές πολιτικές- δηλαδή, την εξωτερική πολιτική, την εθνική άμυνα, τη δικαιοσύνη, τη δημόσια τάξη, τη δημοσιονομική πολιτική.
Και τέλος πρότεινε να μεταφερθεί το σημείο διαβούλευσης και αποφάσεων στο κατώτατο επίπεδο, σε επιτροπές γειτονιάς, για να μπορέσει να στρίψει το σκάφος από την παθητικότητα και την αδράνεια στην κοινωνική αφύπνιση, στη συσπείρωση, στην άρνηση, στην αντίδραση, στην ανατροπή.